ΠΟΥ ΤΟ ΕΒΑΛΑ ; ΓΙΑΤΙ ΠΑΛΙ ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ;
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε ενήλικα που αισθάνεται απόλυτη αυτοπεποίθηση.
Δεν
είναι όταν βρίσκει καλή δουλειά. Δεν είναι όταν καταφέρνει να πληρώσει
όλους τους λογαριασμούς στην ώρα τους. Είναι όταν κρατάει ένα σημαντικό
αντικείμενο στο χέρι, το τοποθετεί κάπου και σκέφτεται:
«Θα το βάλω εδώ για να ξέρω πού είναι.»
Αυτή είναι η στιγμή που το αντικείμενο χάνεται για πάντα.
Ή τουλάχιστον για τους επόμενους έξι μήνες.
Το «σίγουρο μέρος»
Όλοι έχουμε ένα.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν θυμάται πού βρίσκεται.
Βάζεις λοιπόν το αντικείμενο στο περίφημο «σίγουρο μέρος» και, για να ολοκληρώσεις την καταστροφή, λες:
«Δεν χρειάζεται να σημειώσω πού το έβαλα. Αποκλείεται να το ξεχάσω.»
Αγαπητέ μελλοντικέ μου εαυτέ, συγγνώμη.
Τρεις εβδομάδες αργότερα χρειάζεσαι το συγκεκριμένο πράγμα.
Ανοίγεις το πρώτο συρτάρι.
Τίποτα.
Το δεύτερο.
Τίποτα.
Το τρίτο...
Εκεί αρχίζει η αρχαιολογική ανασκαφή.
Το σπίτι μετατρέπεται σε μουσείο
Ξαφνικά ανακαλύπτεις πράγματα που δεν θυμόσουν καν ότι είχες.
Δύο φορτιστές που δεν ταιριάζουν σε καμία συσκευή που υπάρχει σήμερα στο σπίτι.
Μία απόδειξη του 2019.
Τρία κέρματα.
Ένα κουμπί.
Ένα κλειδί που κανείς στην οικογένεια δεν ξέρει τι ανοίγει, αλλά φυσικά δεν το πετάμε, γιατί μπορεί να είναι σημαντικό.
Και ένα κραγιόν που έψαχνες πριν από μήνες.

Στο σημείο αυτό ξεχνάς προσωρινά την αρχική αποστολή και ενθουσιάζεσαι:
«ΑΑΑ! Εδώ ήταν!»
Πέντε λεπτά αργότερα κοιτάζεις γύρω σου.
Έχεις ανοίξει τέσσερα συρτάρια, δύο ντουλάπια και τρεις τσάντες.
Το σπίτι μοιάζει σαν να έγινε έρευνα από ειδικό κλιμάκιο.
Και τότε έρχεται η κρίσιμη ερώτηση:
«Μισό λεπτό... τι έψαχνα;»
Μετά αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις με τη μνήμη
Προσπαθείς να αναπαραστήσεις τη σκηνή.
«Το είχα στο χέρι... Μετά πήγα στην κουζίνα... ή μήπως στο υπνοδωμάτιο; Κάποιος μου μίλησε. Χτύπησε το τηλέφωνο; Έφτιαξα καφέ;»
Σε δέκα λεπτά έχεις δημιουργήσει περισσότερες θεωρίες από αστυνομική σειρά.
Ψάχνεις ακόμη και σε μέρη όπου γνωρίζεις πολύ καλά ότι αποκλείεται να το έβαλες.
Στο ψυγείο;
Ας κοιτάξουμε.
Δεν υπάρχει.
Βέβαια, αφού άνοιξες το ψυγείο, μπορείς να φας κάτι.
Είκοσι λεπτά αργότερα κάθεσαι στην κουζίνα τρώγοντας και πάλι δεν θυμάσαι τι έψαχνες.
Και τότε συμβαίνει το θαύμα
Περνούν μέρες.
Έχεις αποδεχτεί την απώλεια.
Ίσως μάλιστα έχεις αγοράσει καινούργιο.
Και ένα εντελώς άσχετο πρωινό ανοίγεις ένα ντουλάπι για να πάρεις κάτι άλλο.
Και είναι εκεί.
Μπροστά σου.
Το χαμένο αντικείμενο.
Το κοιτάζεις.
Σε κοιτάζει.
Και ξαφνικά θυμάσαι τα πάντα.
«Α, ΝΑΙ! Εδώ το είχα βάλει για να μην το χάσω!»
Φυσικά.
Πού αλλού;
Το καλύτερο;
Τώρα πρέπει να θυμηθείς πού έβαλες το καινούργιο που αγόρασες για να αντικαταστήσεις αυτό που νόμιζες ότι έχασες.
Και κάπως έτσι ο κύκλος της ζωής συνεχίζεται.
Έχω καταλήξει λοιπόν σε ένα συμπέρασμα:
Στο σπίτι μου τίποτα δεν χάνεται. Απλώς αλλάζει ημερομηνία ανεύρεσης.
Και την επόμενη φορά που θα βάλω κάτι σε «σίγουρο μέρος», θα σημειώσω πού το έβαλα.
Σίγουρα.
Αρκεί να θυμηθώ πού έχω βάλει το σημειωματάριο.
