ΣΙΔΕΡΩΜΑ, Η ΜΟΝΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΕΤΑΙ
Κάθε φορά που βλέπω τη στοίβα με τα ασιδέρωτα, κάνω την ίδια ώριμη σκέψη:
«Δεν είναι ακόμη αρκετά πολλά για να βάλω σίδερο».
Τρεις ημέρες αργότερα, η στοίβα έχει αποκτήσει ύψος, προσωπικότητα και πιθανότατα δικό της ταχυδρομικό κώδικα.

Αποφασίζω,
λοιπόν, να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Ανοίγω τη σιδερώστρα, γεμίζω το
σίδερο με νερό και βάζω μουσική. Θέλω να πιστεύω ότι πρωταγωνιστώ σε
διαφήμιση οικιακής ευτυχίας.
Ξεκινώ
με ένα εύκολο μπλουζάκι. Το σιδερώνω από τη μία πλευρά και τσαλακώνεται
από την άλλη. Ισιώνω το μανίκι και ξανατσαλακώνεται η πλάτη. Ύστερα από
πέντε λεπτά, το μπλουζάκι δείχνει χειρότερο, αλλά εγώ έχω ιδρώσει σαν
να δίνω εξετάσεις.
Συνεχίζω με ένα πουκάμισο.
Το
πουκάμισο έχει δεκαεπτά γωνίες, έξι κουμπιά και μια βαθιά προσωπική
έχθρα απέναντί μου. Μόλις ισιώσω τον γιακά, τσαλακώνεται το μανίκι.
Μόλις τελειώσω το μανίκι, ανακαλύπτω μια ζάρα στο σημείο που είχα ήδη
σιδερώσει.
Κάποια στιγμή σηκώνω θριαμβευτικά το πρώτο έτοιμο ρούχο. Πίσω του, η στοίβα παραμένει τεράστια και με κοιτάζει ειρωνικά.
Μετά
από σαράντα λεπτά έχω σιδερώσει τέσσερα ρούχα, έχω πιει δύο ποτήρια
νερό και έχω επανεξετάσει όλες τις επιλογές της ζωής μου.
Κλείνω το σίδερο και διπλώνω τα υπόλοιπα προσεκτικά.
Θα τα σιδερώσω την επόμενη φορά.
Δηλαδή όταν η στοίβα αρχίσει να πληρώνει ενοίκιο.
